κοχλιοτρύπανο
το, ουσ.
(εργαλ.) χειροκίνητο ή μηχανικό εργαλείο που χρησιμεύει για τη διάνοιξη σπειρωμάτων στο εσωτερικό τρημάτων μικρής διαμέτρου τα οποία πρόκειται να υποδεχθούν κοχλίες, αλλιώς σπειροτόμος [δες λ.] ή κολαούζο [το] [δες λ.].
Ετυμολογία
< κοχλί(ας) -ο- + τρύπανο(ν).
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κοχλιοτρύπανο», σ. 457. https://navalhistory.gr/lexiko/κοχλιοτρυπανο/