κατραμόχαρτο
το, ουσ.
χοντρό χαρτί αλειμμένο με κατράμι χρήσιμο ως επικάλυμμα επιφανειών, συνών. πισσόχαρτο.
Ετυμολογία
< κατράμ(ι) [δες λ.] -ο- + χόρτο.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κατραμόχαρτο», σ. 423. https://navalhistory.gr/lexiko/κατραμοχαρτο/