navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κανονιέρης και κανονιέρος

κανονιέρης

Και: κανονιέρος

ο, ουσ.

  1. (στρατ.) χειριστής κανονιού [δες λ.], συνών. κανονιοβολητής, πυροβολητής
  2. (αθλητ.) ο ποδοσφαιριστής που επιτυγχάνει πολλά γκολ, συνών. σκόρερ, γκολτζής
  3. (μτφ.) α) μαθητής που έχει απορριφθεί ή απουσιάζει αδικαιολόγητα, β) ο χρεοκοπημένος επιχειρηματικά.

Ετυμολογία

(αντιδάνειο)

ή < γαλλ. canonnier, ή

ή < ιταλ. cannoniere < βενετ. canon < λατιν. canna < αρχ. κάννα / κάννη [= καλάμι] <

ή εβρ. gane ή

ή σουμερ. gin.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κανονιέρης και κανονιέρος», σ. 401. https://navalhistory.gr/lexiko/κανονιερησ-και-κανονιεροσ/