κανονιέρης
Και: κανονιέρος
ο, ουσ.
- (στρατ.) χειριστής κανονιού [δες λ.], συνών. κανονιοβολητής, πυροβολητής
- (αθλητ.) ο ποδοσφαιριστής που επιτυγχάνει πολλά γκολ, συνών. σκόρερ, γκολτζής
- (μτφ.) α) μαθητής που έχει απορριφθεί ή απουσιάζει αδικαιολόγητα, β) ο χρεοκοπημένος επιχειρηματικά.
Ετυμολογία
(αντιδάνειο)
ή < γαλλ. canonnier, ή
ή < ιταλ. cannoniere < βενετ. canon < λατιν. canna < αρχ. κάννα / κάννη [= καλάμι] <
ή εβρ. gane ή
ή σουμερ. gin.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κανονιέρης και κανονιέρος», σ. 401. https://navalhistory.gr/lexiko/κανονιερησ-και-κανονιεροσ/