κόβω
Και: κόφτω, κόπτω
ρ. [μετβ. και αμετβ.]
- χωρίζω κάτι σε δύο ή περισσότερα μέρη, τεμαχίζω
- τραυματίζω, πληγώνω
- αποκόβω, αποβάλλω, απομακρύνω κάτι ως άχρηστο
- αφαιρώ μέρος γραπτού κειμένου, λογοκρίνω
- (για δέντρο) πελεκώ, (για ξύλο) πριονίζω
- απορρίπτω μαθητή, φοιτητή ή διαγωνιζόμενο από εξετάσεις
- περικόπτω ή σταματώ
- αλέθω καφέ, πιπέρι, κανέλα ή κάποιο άλλο μπαχαρικό
- χωρίζω το σύνολο των τραπουλόχαρτων σε δύο μέρη
- (φρ.) «κόβει το μυαλό του», είναι έξυπνος, «κόβω δρόμο», συντομεύω την απόσταση, «κόβω το αίμα κάποιου», τρομάζω κάποιον.
Ετυμολογία
< μσν. κόβω < αρχ. κόπτω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κόβω και κόφτω και κόπτω», σ. 438. https://navalhistory.gr/lexiko/κοβω-και-κοφτω-και-κοπτω/