navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κόβω και κόφτω και κόπτω

κόβω

Και: κόφτω, κόπτω

ρ. [μετβ. και αμετβ.]

  1. χωρίζω κάτι σε δύο ή περισσότερα μέρη, τεμαχίζω
  2. τραυματίζω, πληγώνω
  3. αποκόβω, αποβάλλω, απομακρύνω κάτι ως άχρηστο
  4. αφαιρώ μέρος γραπτού κειμένου, λογοκρίνω
  5. (για δέντρο) πελεκώ, (για ξύλο) πριονίζω
  6. απορρίπτω μαθητή, φοιτητή ή διαγωνιζόμενο από εξετάσεις
  7. περικόπτω ή σταματώ
  8. αλέθω καφέ, πιπέρι, κανέλα ή κάποιο άλλο μπαχαρικό
  9. χωρίζω το σύνολο των τραπουλόχαρτων σε δύο μέρη
  10. (φρ.) «κόβει το μυαλό του», είναι έξυπνος, «κόβω δρόμο», συντομεύω την απόσταση, «κόβω το αίμα κάποιου», τρομάζω κάποιον.

Ετυμολογία

< μσν. κόβω < αρχ. κόπτω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κόβω και κόφτω και κόπτω», σ. 438. https://navalhistory.gr/lexiko/κοβω-και-κοφτω-και-κοπτω/