navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κάραβος

κάραβος

ο, ουσ.

  1. (ναυπ.) ελαφρύ και γρήγορο πλοιάριο της βυζαντινής εποχής
  2. (εντομ.) ο κάνθαρος, σαρκοφάγο σκαθάρι
  3. (αστρον.) η Μεγάλη Άρκτος
  4. (γεωγρ.) [ως κύρ. όν.:] α) νησίδα στο νότιο άκρο της Σικίνου, β) κολπίσκος στυο Νότιο τμήμα του Ρεθύμνου, γ) η παραλία του Αλιβερίου.

Ετυμολογία

< αρχ. κάραβος [= αρσενικό σκαθάρι, ή κάνθαρος ο κερασφόρος].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κάραβος», σ. 405. https://navalhistory.gr/lexiko/καραβοσ/