κάραβος
ο, ουσ.
- (ναυπ.) ελαφρύ και γρήγορο πλοιάριο της βυζαντινής εποχής
- (εντομ.) ο κάνθαρος, σαρκοφάγο σκαθάρι
- (αστρον.) η Μεγάλη Άρκτος
- (γεωγρ.) [ως κύρ. όν.:] α) νησίδα στο νότιο άκρο της Σικίνου, β) κολπίσκος στυο Νότιο τμήμα του Ρεθύμνου, γ) η παραλία του Αλιβερίου.
Ετυμολογία
< αρχ. κάραβος [= αρσενικό σκαθάρι, ή κάνθαρος ο κερασφόρος].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κάραβος», σ. 405. https://navalhistory.gr/lexiko/καραβοσ/