navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κλείνω και κλείω

κλείνω

Και: κλείω

ρ. [μετβ. και αμετβ.]

  1. βάζω εμπόδιο σε κάποιο άνοιγμα
  2. σταματώ την επικοινωνία
  3. σταματώ τη λειτουργία μηχανής
  4. σφίγγω
  5. τερματίζω μία προσπάθεια
  6. σφραγίζω
  7. εμποδίζω τη διέλευση.

Ετυμολογία

< αρχ. κλείω [= κλείνω, φράζω, εμποδίζω, κλειδώνω].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κλείνω και κλείω», σ. 435. https://navalhistory.gr/lexiko/κλεινω-και-κλειω/