κλείνω
Και: κλείω
ρ. [μετβ. και αμετβ.]
- βάζω εμπόδιο σε κάποιο άνοιγμα
- σταματώ την επικοινωνία
- σταματώ τη λειτουργία μηχανής
- σφίγγω
- τερματίζω μία προσπάθεια
- σφραγίζω
- εμποδίζω τη διέλευση.
Ετυμολογία
< αρχ. κλείω [= κλείνω, φράζω, εμποδίζω, κλειδώνω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κλείνω και κλείω», σ. 435. https://navalhistory.gr/lexiko/κλεινω-και-κλειω/