navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κόλπος

κόλπος

ο, ουσ.

  1. (γεωγρ.) τμήμα θάλασσας που εισχωρεί στην ξηρά, (φρ.) «Θερμαϊκός / Σαρωνικός / Σιμωνιακός / Στρυμονικός / Αμβρακικός / Παγασητικός / Μεσσηνιακός / Κορινθιακός / Τορωναίος κόλπος», «κόλπος της Αλάσκας / της Καλιφόρνιας / του Φονσέκα, / του Αγίου Λαυρεντίου / της Ταϊλάνδης / της Καρπεντάρια / του Μεξικού / του Φάντυ / του Άντεν / του Μπαχρέιν / του Ομάν / της Βεγγάλης / του Χα Λονγκ / της Σύρτης / της Ταγγέρης», «Βοθνιακός ή Βοθνικός / Περσικός κόλπος» και πολλοί άλλοι
  2. (ανατ.) ονομασία διάφορων σπλαχνικών κοιλοτήτων, (φρ.) «κόλπος της καρδιάς / της αορτής / της μήτρας»,
  3. στήθος, αγκαλιά.

Ετυμολογία

< αρχ. κόλπος.

Παράγωγα

κολπώδης, κολπώνω > κολπωτός.

Επιρρήματα

[υποκ.] κολπίσκος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κόλπος», σ. 442. https://navalhistory.gr/lexiko/κολποσ/