κόλπος
ο, ουσ.
- (γεωγρ.) τμήμα θάλασσας που εισχωρεί στην ξηρά, (φρ.) «Θερμαϊκός / Σαρωνικός / Σιμωνιακός / Στρυμονικός / Αμβρακικός / Παγασητικός / Μεσσηνιακός / Κορινθιακός / Τορωναίος κόλπος», «κόλπος της Αλάσκας / της Καλιφόρνιας / του Φονσέκα, / του Αγίου Λαυρεντίου / της Ταϊλάνδης / της Καρπεντάρια / του Μεξικού / του Φάντυ / του Άντεν / του Μπαχρέιν / του Ομάν / της Βεγγάλης / του Χα Λονγκ / της Σύρτης / της Ταγγέρης», «Βοθνιακός ή Βοθνικός / Περσικός κόλπος» και πολλοί άλλοι
- (ανατ.) ονομασία διάφορων σπλαχνικών κοιλοτήτων, (φρ.) «κόλπος της καρδιάς / της αορτής / της μήτρας»,
- στήθος, αγκαλιά.
Ετυμολογία
< αρχ. κόλπος.
Παράγωγα
κολπώδης, κολπώνω > κολπωτός.
Επιρρήματα
[υποκ.] κολπίσκος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κόλπος», σ. 442. https://navalhistory.gr/lexiko/κολποσ/