κυματοδρομία
η, ουσ.
το σέρφινγκ.
Ετυμολογία
< κύματ(ος) + -ο- + δρόμος + -ία, μτφρδ. από την αγγλ. surfing.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κυματοδρομία», σ. 466. https://navalhistory.gr/lexiko/κυματοδρομια/