navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κυλινδρικός

κυλινδρικός

-ή, -ό, επίθ.

αυτός που έχει σχήμα κυλίνδρου, (φρ.) «κυλινδρικός ατμοσύρτης / λέβητας / μετρητής / σημαντήρας / τριβέας», «κυλινδρική επιφάνεια / προβολή», «κυλινδρικό έμβολο / πτερύγιο / πιεστήριο / στόμιο εκροής / προφύσιο / νέφος».

Ετυμολογία

< μτγν. κυλινδρικός.

Επιρρήματα

κυλινδρικά [επίρρ.].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κυλινδρικός», σ. 465. https://navalhistory.gr/lexiko/κυλινδρικοσ/