κανταρτζής
ο, ουσ.
(επάγγ.) α) κατασκευαστής κανταριών, ή β) πωλητής κανταριών, γ) ζυγιστής.
Ετυμολογία
< τουρκ. kantarcı < kandâr [δες καντάρι].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κανταρτζής», σ. 402. https://navalhistory.gr/lexiko/κανταρτζησ/