κουκούλα
η, ουσ.
(ενδυμ.) α) κάλυμμα της κεφαλής για όλο το πρόσωπο ή για το τριχωτό μέρος και τα αυτιά, συνών. σκουφί, σκούφια, β) καλύπτρα πυροβόλου όπλου, γ) οτιδήποτε που χρησιμοποιείται ως κάλυμμα, (φρ.) «κουκούλα καπνοδόχου».
Ετυμολογία
< μσν. κουκούλλα < λατιν. cuculla και cucullus.
Παράγωγα
κουκουλώνω, κουκούλωμα, κουκούλι, κουκουλάρικος, κουκουλιάζω, κουκουλίσιος, κουκουλάτος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κουκούλα», σ. 453. https://navalhistory.gr/lexiko/κουκουλα/