κρατικός
-ή, -ό, επίθ.
αυτός που ανήκει ή που αναφέρεται ή που εκτελείται εντός των ορίων του κράτους, (φρ.) «Κρατική Τράπεζα Ελλάδος / Υπηρεσία Πληροφοριών / Ορχήστρα Θεσσαλονίκης» και πολλοί άλλοι φορείς, «κρατικό μυστικό / πλοίο / σήμα / συμβούλιο / δίκαιο» κ.λπ.
Ετυμολογία
< κράτος + -ικός.
Σύνθετα
κρατικοδίαιτος, κρατικοποίηση, κρατικοποιώ.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κρατικός», σ. 458. https://navalhistory.gr/lexiko/κρατικοσ/