καταγάλανος
-η, -ο, επίθ.
αυτός που έχει ολοκάθαρο γαλάζιο χρώμα, ολογάλανος.
Ετυμολογία
< κατα- + γαλαν(ός) -ος/-η/-ο.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καταγάλανος», σ. 415. https://navalhistory.gr/lexiko/καταγαλανοσ/