navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κάμα

κάμα

το, ουσ.

  1. υπερβολική ζέστη
  2. δίκοπο μαχαίρι
  3. είδος εξαρτήματος σε μηχανή, έκκεντρο.

Ετυμολογία

< ιταλ. camma.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κάμα», σ. 395. https://navalhistory.gr/lexiko/καμα/