κάμα
το, ουσ.
- υπερβολική ζέστη
- δίκοπο μαχαίρι
- είδος εξαρτήματος σε μηχανή, έκκεντρο.
Ετυμολογία
< ιταλ. camma.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κάμα», σ. 395. https://navalhistory.gr/lexiko/καμα/