navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κροκάλα

κροκάλα

η, ουσ.

  1. πέτρα θαλάσσιας ακτής, λίμνης ή ποταμού που είναι στρογγυλεμένη εξαιτίας της συνεχούς προστριβή της
  2. πελεκημένη πέτρα που έχει σχήμα πρίσματος κατάλληλη για το τελικό στρώσιμο στη διαδικασία κατασκευής δρόμων.

Ετυμολογία

< αρχ. κροκάλη [= βότσαλο, ταβανοσανίδα].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κροκάλα», σ. 460. https://navalhistory.gr/lexiko/κροκαλα/