κροκάλα
η, ουσ.
- πέτρα θαλάσσιας ακτής, λίμνης ή ποταμού που είναι στρογγυλεμένη εξαιτίας της συνεχούς προστριβή της
- πελεκημένη πέτρα που έχει σχήμα πρίσματος κατάλληλη για το τελικό στρώσιμο στη διαδικασία κατασκευής δρόμων.
Ετυμολογία
< αρχ. κροκάλη [= βότσαλο, ταβανοσανίδα].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κροκάλα», σ. 460. https://navalhistory.gr/lexiko/κροκαλα/