navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κατακόρυφος

κατακόρυφος

-η, -ο, επίθ.

  1. αυτός που είναι κάθετος προς το οριζόντιο επίπεδο ενός τόπου, που έχει διεύθυνση προς το κέντρο της γης και που συμπίπτει με τη διεύθυνση του νήματος της στάθμης
  2. (αστρον.) «κατακόρυφος κύκλος», κάθε μεγάλος κύκλος της ουράνιας σφαίρας που διέρχεται από το ζενίθ και το ναδίρ, «κατακόρυφος πρώτος», ο κατακόρυφος που περνά από τα σημεία της Δύσης και της Ανατολής
  3. (αρχιτ.) «κατακόρυφος ρυθμός», ο γοτθικός ρυθμός, στην Αγγλία
  4. [το θηλ. ως ουσ.] η κατακόρυφος, α) νοητή γραμμή κάθετη στον ορίζοντα, β) (αθλητ.) φιγούρα της γυμναστικής με τα χέρια κάτω και τα πόδια επάνω σε κάθετη θέση, σαν λαμπάδα
  5. (μτφ.) χαρακτηρισμός μεγάλης και απότομης αύξησης μεγεθών
  6. [το ουδ. ως ουσ.] το κατακόρυφο, το ανώτερο σημείο, το αποκορύφωμα.

Ετυμολογία

< κατα- + κορυφ(ή) -ος, απόδ. στα γαλλ. vertical < λατιν. vertex [= κορυφή].

Επιρρήματα

κατακόρυφα [επίρρ.].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κατακόρυφος», σ. 417. https://navalhistory.gr/lexiko/κατακορυφοσ/