κατακόρυφος
-η, -ο, επίθ.
- αυτός που είναι κάθετος προς το οριζόντιο επίπεδο ενός τόπου, που έχει διεύθυνση προς το κέντρο της γης και που συμπίπτει με τη διεύθυνση του νήματος της στάθμης
- (αστρον.) «κατακόρυφος κύκλος», κάθε μεγάλος κύκλος της ουράνιας σφαίρας που διέρχεται από το ζενίθ και το ναδίρ, «κατακόρυφος πρώτος», ο κατακόρυφος που περνά από τα σημεία της Δύσης και της Ανατολής
- (αρχιτ.) «κατακόρυφος ρυθμός», ο γοτθικός ρυθμός, στην Αγγλία
- [το θηλ. ως ουσ.] η κατακόρυφος, α) νοητή γραμμή κάθετη στον ορίζοντα, β) (αθλητ.) φιγούρα της γυμναστικής με τα χέρια κάτω και τα πόδια επάνω σε κάθετη θέση, σαν λαμπάδα
- (μτφ.) χαρακτηρισμός μεγάλης και απότομης αύξησης μεγεθών
- [το ουδ. ως ουσ.] το κατακόρυφο, το ανώτερο σημείο, το αποκορύφωμα.
Ετυμολογία
< κατα- + κορυφ(ή) -ος, απόδ. στα γαλλ. vertical < λατιν. vertex [= κορυφή].
Επιρρήματα
κατακόρυφα [επίρρ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κατακόρυφος», σ. 417. https://navalhistory.gr/lexiko/κατακορυφοσ/