κουκέτα
η, ουσ.
α) μικρό και στενό κρεβάτι, στερεωμένο στον τοίχο σε καμπίνα πλοίου ή τρένου ή φορτηγού μεγάλων αποστάσεων, αλλιώς και κοκέτα, β) [πληθ.] σε παιδικό δωμάτιο κρεβάτια τοποθετημένα το ένα πάνω στο άλλο, γ) καμπίνα πλοίου ή τρένου.
Ετυμολογία
< ιταλ. cuccetta < cucciare [= ξαπλώνω], ή
ή < γαλλ. couchette.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κουκέτα», σ. 453. https://navalhistory.gr/lexiko/κουκετα/