κομιστής
ο, κομίστρια, η, ουσ.
αυτός που φέρνει σε κάποιον κάτι, ο μεταφορέας.
Ετυμολογία
< αρχ. κομιστής.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κομιστής», σ. 443. https://navalhistory.gr/lexiko/κομιστησ/