κατεργάρης
ο, -άρα, και -άρισσα, η, ουσ.
- (ιστορ.) [αρσ.] αυτός που ήταν καταδικασμένος στα ναυτικά κάτεργα, κυρίως ως κωπηλάτης, (φρ.) «κάθε κατεργάρης στον πάγκο του», δηλ. ότι έφτασε η ώρα να γυρίσει ο καθένας στη δουλειά του
- χαρακτηρισμός ανθρώπου που επιβιώνει με μικροαπάτες ή με διάφορα τεχνάσματα, αυτός που με ευφυή και πονηρούλικο αλλά και αφοπλιστικό τρόπο καταφέρνει να ικανοποιεί τις επιθυμίες του, (έκφρ.) «μεταξύ κατεργαραίων ειλικρίνεια», για όσους κάνουν μικροαπατεωνιές οφείλουν να στις σχέσεις τους ειλικρινείς.
Ετυμολογία
< μσν. κατεργάρης [= κωπηλάτης σε κάτεργο, συνήθως κατάδικος, αλλά και αιχμάλωτος πολέμου) < κάτεργ(ον).
Παράγωγα
κατεργαριά, κατεργάρικος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κατεργάρης», σ. 421. https://navalhistory.gr/lexiko/κατεργαρησ/