κυκλώνας
ο, ουσ.
- (μετεωρ.) ατμοσφαιρικό φαινόμενο που το χαρακτηρίζουν οι στροβιλοειδείς άνεμοι με τις έντονες καταστροφές στο έδαφος, συνών. τυφώνας, ανεμοστρόβιλος
- (φρ.) «στο μάτι του κυκλώνα», στο κέντρο των θυελλωδών ανέμων, η στο επίκεντρο των πολιτικών ή κοινωνικών εξελίξεων.
Ετυμολογία
(αντιδάνειο) αγγλ. cyclone < αρχ. κυκλών. Νοσταλγίες Μοιάζω τοὺς γέρους ναυτικοὺς μὲ τὶς ρυτιδωμένες / καὶ τὶς σφιγγώδεις τὶς μορφές, ποὺ εἶδα στὴν Ὁλλανδία, / παράμερα στῶν λιμανιῶν τοὺς φάρους καθισμένους / νὰ βλέπουνε, ἀμίλητοι, νὰ φεύγουνε τὰ πλοῖα. Τὰ μάτια τους, ποὺ εἴχανε δεῖ κυκλῶνες καὶ ναυάγια, / λαχταριστά, νοσταλγικὰ τὰ παρακολουθοῦσαν, / καθὼς σηκώναν τὶς βαριὲς ποὺ τρίζαν ἄγκυρές τους / καὶ μπρὸς στοὺς φάρους ἤρεμα, πελώρια περνοῦσαν. Σὲ λίγο τὴν ἀπέραντη τὴ θάλασσα ἀλαργεύαν / καὶ χάνονταν, ἀφήνοντας στὴν πορφυρὴ τὴ δύση / ἕναν καπνό, ποὺ αὐλάκωνε τὸν οὐρανὸ πρὶν σβήσει… Κώστας Ουράνης
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κυκλώνας», σ. 464. https://navalhistory.gr/lexiko/κυκλωνασ/