καταπόνηση
Και: καταπόνεση
η, ουσ.
- μεγάλη κούραση από εξαντλητική εργασία ή από μεγάλη ταλαιπωρία, η απώλεια σωματικών δυνάμεων
- (μηχανολ.) αλλοίωση των μηχανικών και φυσικών ιδιοτήτων ενός υλικού σώματος ή συστήματος μετά από παρατεταμένη διαδικασία δράσης διαφόρων δυνάμεων.
Ετυμολογία
< μτγν. καταπόνησις < καταπονέω, -ῶ, < αρχ. κατά + πονέω, -ῶ < πόνος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καταπόνηση και καταπόνεση», σ. 419. https://navalhistory.gr/lexiko/καταπονηση-και-καταπονεση/