κλάσμα
το, ουσ.
- (μαθημ.) τμήμα του αριθμού που έχει διαιρεθεί σε ίσα μέρη και συμβολίζεται με την παράσταση α/β
- τμήμα μονάδας, μέρος ενός συνόλου.
Ετυμολογία
< κλάσμα [= απόσπασμα] < αρχ. κλάω [= σπάζω, αποκόπτω, θραύω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κλάσμα», σ. 435. https://navalhistory.gr/lexiko/κλασμα/