navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κλάσμα

κλάσμα

το, ουσ.

  1. (μαθημ.) τμήμα του αριθμού που έχει διαιρεθεί σε ίσα μέρη και συμβολίζεται με την παράσταση α/β
  2. τμήμα μονάδας, μέρος ενός συνόλου.

Ετυμολογία

< κλάσμα [= απόσπασμα] < αρχ. κλάω [= σπάζω, αποκόπτω, θραύω].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κλάσμα», σ. 435. https://navalhistory.gr/lexiko/κλασμα/