καστανιά
η, ουσ.
(φυτολ.) αιωνόβιο φυλλοβόλο καρποφόρο δέντρο που φύεται σε εύκρατες περιοχές και σε υψόμετρο πάνω από 250 μ., ανήκει στην ίδια οικογένεια με τη βελανιδιά και μπορεί να φτάσει σε ύψος τα 30 μ., καλλιεργείται για τους νόστιμους καρπούς της και την εξαιρετική ποιότητα της ξυλείας της, χρησιμοποιείται στην επιπλοποιεία, στη βαρελοποιία, στη ναυπηγική, στον οικοδομικό κλάδο, στην παραγωγή χαρτιού και στη βυρσοδεψία.
Ετυμολογία
< μσν. καστανιά < μτγν. καστανέα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καστανιά», σ. 414. https://navalhistory.gr/lexiko/καστανια/