κύριος
-α, -ο, επίθ.
- α) αυτός που έχει τη μεγαλύτερη βαρύτητα, τη μεγαλύτερη σημασία, ο σημαντικός, β) αυτός που ασκεί εξουσία, που ελέγχει, που διαφεντεύει, ο κυρίαρχος, γ) αυτός που έχει κάποιο περιουσιακό στοιχείο δικό του, ο ιδιοκτήτης, δ) (φρ.) «κύριος αγωγός / άξονας / ατμαγωγός/ ατμολέβητας / ατμοστρόβιλος / ατμοσύρτης / ατμοφράκτης / δέκτης / διωστήρας / εξαερωτήρας εκκενωτικός σωλήνας / κύλινδρος / πομπός / σταθμός ασυρμάτου / τριβέας / τροφοδοτικός σωλήνας / νομέας», «κύρια αντλία / γραμμή τροφοδοσίας / γυροσκοπική πυξίδα / έλικα / ισχύς / κλίμακα πλοίου / μηχανή / τροφοδοτική αντλία», « κύριο επιστόμιο / βάθρο / κύτος / σκάφος»,
- (ως ουσ.) συνοδευτικό ονόματος ή ως προσφώνηση κάποιου ενήλικου/-ης άντρα ή γυναίκας
- ως χαρακτηρισμός αξιοπρεπούς ανθρώπου
- [ως κύρ. όν.:] Κύριος, προσηγορία του Θεού και του Ιησού Χριστού.
Ετυμολογία
< αρχ. κύριος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κύριος», σ. 468. https://navalhistory.gr/lexiko/κυριοσ/