κάδος
ο, κάδη, η, ουσ.
α) στρογγυλό, ξύλινο ή μεταλλικό, δοχείο, κατάλληλο για τη μεταφορά υγρών ή για την τοποθέτηση περιττών αντικειμένων, απορριμμάτων, ή ως μικρό βαγονέτο ιδανικό για μεταφορά χωματουργικών υλικών κ.λπ. βυθοκόρος, [υποκ.] καδί, το, (φρ.) «κάδος αβαθής / οθόνινος, δηλ. υφασμάτινος / πλυσίματος / σφουγγαρίσματος / πυρκαγιάς / τέφρας / ύδατος», β) [το θηλ.] α) ξύλινο βαρέλι για αποθήκευση ελαιόκαρπου, β) ξύλινο δοχείο κτηνοτρόφων για αποβουτύρωση του γάλακτος, ή των γεωργών για πατητήρι.
Ετυμολογία
< αρχ. κάδος, ή
ή < εβρ. kad.
Σύνθετα
καδοποιός, καδοποιείο [- βαρελάδικο].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κάδος», σ. 383. https://navalhistory.gr/lexiko/καδοσ/