κρόσσι
το, και κροσσός, ο, ουσ.
- θυσανωτή δέσμη κλωστών που εξέχει στις άκρες ορισμένων υφασμάτων, ιστίων [δηλ. πανιών], ως διακοσμητικό τελείωμα χαλιών, τεντόπανων κ.λπ.
- (ζωολ.) το λειρί του κόκορα.
Ετυμολογία
< μτγν. κροσσίον.
Παράγωγα
κροσσωτός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κρόσσι», σ. 461. https://navalhistory.gr/lexiko/κροσσι/