κατακαθίζω
ρ. [αμετβ.]
- κάθομαι στον πυθμένα του δοχείου, καθιζάνω, βουλιάζω
- (μτφ.) καλμάρω, ηρεμώ, δεν κάνω φασαρίες.
Ετυμολογία
< άλλη μορφή του κατακάθομαι.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κατακαθίζω», σ. 416. https://navalhistory.gr/lexiko/κατακαθιζω/