navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κατακαθίζω

κατακαθίζω

ρ. [αμετβ.]

  1. κάθομαι στον πυθμένα του δοχείου, καθιζάνω, βουλιάζω
  2. (μτφ.) καλμάρω, ηρεμώ, δεν κάνω φασαρίες.

Ετυμολογία

< άλλη μορφή του κατακάθομαι.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κατακαθίζω», σ. 416. https://navalhistory.gr/lexiko/κατακαθιζω/