κεδρί
το, ουσ.
(φυτολ.) κομμάτι ξύλου που αποσπούμε από κέδρο, συνών. κεδρόξυλο.
Ετυμολογία
< αρχ. κέδρ(ος) -ί.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κεδρί», σ. 425. https://navalhistory.gr/lexiko/κεδρι/