κουπλάρισμα
το, ουσ.
η ζεύξη, η σύνδεση, η ένωση δύο αντικειμένων, η κατασκευή γέφυρας για την ένωση των ακτών.
Ετυμολογία
< αγνώστου ετύμου.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κουπλάρισμα», σ. 454. https://navalhistory.gr/lexiko/κουπλαρισμα/