κράμα
το, ουσ.
(χημ.) ανακάτεμα διαφορετικών υγρών στοιχείων ή μετάλλων, συνών. μείγμα, αμάλγαμα [για μέταλλα], (φρ.) «κράματα ακριβείας / βαριά / βοηθητικά / διμερή / ελαφρά / εύτηκτα / μετάλλων / σκληρά / χρυσοχοΐας».
Ετυμολογία
< μτγν. κρᾶμα, < κεράννυμι [= ανακατεύω, αναμειγνύω].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κράμα», σ. 458. https://navalhistory.gr/lexiko/κραμα/