κάλι(ο)
το, ουσ.
(χημ.)
- στοιχείο της ομάδας των μετάλλων, αργυρόλευκου χρώματος και πολύ δραστικού όταν έρχεται σε επαφή με τον αέρα και το νερό, σύμβολό του είναι το K, ο ατομικός αριθμός του στοιχείου το 19, (φρ.) «ανθρακικό κάλιο», η ποτάσα, «βρομιούχο / δισανθρακικό / ιωδιούχο / κυανιούχο / νιτρικό / υπερμαγκανικό / χλωρικό / χρωμικό κάλιο», «μονοξείδιο / υδροξείδιο του καλίου»,
- το ιόν του καλίου βρίσκεται σε εξαιρετικά μεγάλες συγκεντρώσεις στο εσωτερικό των φυτικών κυττάρων και ιδιαίτερα στα φρούτα.
Ετυμολογία
< νεολατιν. kalium < αραβ. al qali και qalaj [= φυτική στάχτη], όνομα για τις στάχτες των φυτών απ’ όπου παράχθηκε.
Παράγωγα
καλιούχος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κάλι(ο)», σ. 391. https://navalhistory.gr/lexiko/καλιο/