navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › καλάισμα

καλάισμα

το, [γεν. καλαΐσματος, -ϊσμάτων] και καλαΐδισμα και καλαΐντισμα, το, ουσ.

η επάλειψη των χάλκινων σκευών με κασσίτερο, επικασσιτέρωση, γάνωμα.

Ετυμολογία

< καλαΐζω + -μα.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καλάισμα», σ. 389. https://navalhistory.gr/lexiko/καλαισμα/