κήτος
το, ουσ.
- (ιχθυολ.) γενική ονομασία θηλαστικών τεραστίων διαστάσεων όπως είναι το δελφίνι, η φάλαινα, ο καρχαρίας κ.ά.
- (μτφ.-μειωτ.) ο πολύ χοντρός και δυσκίνητος άνθρωπος
- (αστρον.) [ως κύρ. όν.:] Κήτος α) (αστρον.) λατιν. Cetus, αστερισμός του νοτίου ημισφαιρίου, γνωστός με την προσωνυμία Φάλαινα, ένας από τους 88 επίσημους αστερισμούς που θέσπισε η Διεθνής Αστρονομική Ένωση, β) (μυθολ.) θαλάσσιο τέρας που το σκότωσε ο Περσέας για να ελευθερώσει την Ανδρομέδα.
Ετυμολογία
< αρχ. κῆτος, γεν. -εος, τό, [= οποιοδήποτε θαλάσσιο τέρας ή μεγάλο ψάρι].
Παράγωγα
κητώδη.
Σύνθετα
κητέλαιο.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κήτος», σ. 431. https://navalhistory.gr/lexiko/κητοσ/