κέλευ(σ)μα
το, ουσ.
προσταγή, διαταγή, υπόδειξη σε κάποιον για να πράξει κάτι.
Ετυμολογία
< κελεύω [= προστάζω, διατάσσω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κέλευ(σ)μα», σ. 425. https://navalhistory.gr/lexiko/κελευσμα/