κουμέρκι
το, ουσ.
- (ιστορ.) βυζαντινός δασμός για τα εισαγόμενα προϊόντα
- τελωνείο.
Ετυμολογία
< μσν. κομμέρκιον < λατιν. commercium [= εμπόριο, εμπόρευμα, αγορά] < con [= συν] + merx [= εμπόρευμα, πράγμα], ή
ή < τουρκ. gümrük.
Παράγωγα
κουμερκιάρης.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κουμέρκι», σ. 454. https://navalhistory.gr/lexiko/κουμερκι/