navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κουμέρκι

κουμέρκι

το, ουσ.

  1. (ιστορ.) βυζαντινός δασμός για τα εισαγόμενα προϊόντα
  2. τελωνείο.

Ετυμολογία

< μσν. κομμέρκιον < λατιν. commercium [= εμπόριο, εμπόρευμα, αγορά] < con [= συν] + merx [= εμπόρευμα, πράγμα], ή

ή < τουρκ. gümrük.

Παράγωγα

κουμερκιάρης.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κουμέρκι», σ. 454. https://navalhistory.gr/lexiko/κουμερκι/