κρουστικός
-ή, -ό, επίθ.
1. αυτός που αναφέρεται στην κρούση, στον κτύπο, ή αυτός που ενεργεί με κρούση, με κτύπημα, επικρουστικός (φρ.) «κρουστικό όπλο», το κρουσιφλεγές [δες λ.] όπλο, «κρουστικό κύμα», ηχητική βροντή, ισχυρό κύμα πίεσης το οποίο διαδίδεται σε κάθε ελαστικό μέσο, όπως είναι ο αέρας, το νερό ή ένα εύπλαστο στερεό σώμα, «κρουστικό δράπανο / πιστολέτο», σκαπτικά εργαλεία.
Ετυμολογία
< αρχ. κρουστικός [= αυτός που χτυπά τη σωστή νότα].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κρουστικός», σ. 461. https://navalhistory.gr/lexiko/κρουστικοσ/