κεφαλαιαγορά
η, ουσ. [χωρίς πληθ.]
(οικον.) το σύνολο των ιδρυμάτων που συμφωνούν για τους όρους δανεισμού των επιχειρήσεων και τη διακίνηση των κεφαλαίων προς κάθε παραγωγική επένδυση.
Ετυμολογία
< αρχ. κεφάλαι(ον) + αγορά.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κεφαλαιαγορά», σ. 430. https://navalhistory.gr/lexiko/κεφαλαιαγορα/