navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κόκκος

κόκκος

ο, ουσ.

  1. καρπός σε πολύ μικρό μέγεθος
  2. πυρήνας καρπού, κουκούτσι
  3. (μτφ.) ελάχιστη ποσότητα
  4. (φυσ.) μονάδα βάρους ίση με το 0,06 γρ.

Ετυμολογία

< αρχ. κόκκος [= κουκί].

Παράγωγα

κοκκωτός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κόκκος», σ. 440. https://navalhistory.gr/lexiko/κοκκοσ/