κόκκος
ο, ουσ.
- καρπός σε πολύ μικρό μέγεθος
- πυρήνας καρπού, κουκούτσι
- (μτφ.) ελάχιστη ποσότητα
- (φυσ.) μονάδα βάρους ίση με το 0,06 γρ.
Ετυμολογία
< αρχ. κόκκος [= κουκί].
Παράγωγα
κοκκωτός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κόκκος», σ. 440. https://navalhistory.gr/lexiko/κοκκοσ/