Κυριακή
η, ουσ.
η έβδομη ημέρα της εβδομάδας, η οποία για τους χριστιανούς είναι αφιερωμένη στη λατρεία του Θεού και στην ξεκούραση με αποχή από τις συνηθισμένες καθημερινές υποχρεώσεις.
Ετυμολογία
< μτγν. Κυριακή, ουσιαστικοποιημένο θηλ. του επιθ. κυριακός [= αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον Κύριο, το Θεό].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «Κυριακή», σ. 468. https://navalhistory.gr/lexiko/κυριακη/