navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › καν(ν)άβι

καν(ν)άβι

το, ουσ.

καν(ν)άβι, εικόνα από το έντυπο
  1. (φυτολ.) είδος φυτού
  2. κλωστική ίνα που προέρχεται από τους βλαστούς του παραπάνω φυτού και είναι πολύ ανθεκτική, χρήσιμη στην υφαντουργία αλλά και για μόνωση των μεταλλικών σωληνώσεων σε υδραυλικές εγκαταστάσεις
  3. σχοινί κατασκευασμένο από τις παραπάνω φυτικές ίνες.

Ετυμολογία

< μσν. καννάβι(ν) < μτγν. καννάβιον, υποκορ. του αρχ. κάνναβις.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καν(ν)άβι», σ. 400. https://navalhistory.gr/lexiko/κανναβι/