κλίνω
ρ.
- [μετβ.] κάνω κάποιον ή κάτι να στραφεί ή να γείρει πλάγια, το γέρνω, το πλαγιάζω
- (γραμμ.) σχηματίζω κατά σειρά, απαγγέλλοντας ή γράφοντας, όλους τους τύπους κλιτού μέρους του
- έχω τάση προς κάποιον ή κάτι, τείνω, ρέπω
- (για χρόνο, φως, ημέρα, νύχτα κ.λπ.) ελαττώνομαι, φθίνω
- (μτφ.) [για χρώματα και για φωνή] έχω κάποιαν απόχρωση
- [αμετβ.] α) στρίβω, γυρίζω, στρέφομαι, αλλάζω θέση ή κατεύθυνση, β) (φρ.) «κλίνατε επί δεξιά – επί αριστερά», στρατιωτικό ή γυμναστικό παράγγελμα για να στραφεί η ομάδα δεξιά ή αριστερά, (μτφ.) «κλίνω την κεφαλή» ή «κλίνω κάραν» ή «κλίνω τον τράχηλο».
Ετυμολογία
< αρχ. κλίνω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κλίνω», σ. 437. https://navalhistory.gr/lexiko/κλινω/