navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κορόνα και κορώνα

κορόνα

Και: κορώνα

η, ουσ.

κορόνα και κορώνα, εικόνα από το έντυπο
  1. κόσμημα της κεφαλής, συνών. στέμμα [βασιλικό]
  2. (ιστορ.) α) εθνόσημο, β) διακριτικό στις επωμίδες των ανώτερων αξιωματικών στα χρόνια της βασιλείας
  3. (νομίσμ.) νόμισμα διαφόρων ευρωπαϊκών κρατών που όφειλε την ονομασία του στο στέμμα που απεικόνιζε
  4. προστατευτική θήκη δοντιού
  5. (μτφ.) α) εξουσία, β) τα μεγάλα λόγια, μεγαλοστομία
  6. (μουσ.) χρονική επιμήκυνση της φωνητικής έντασης
  7. (τεχνολ.) τμήμα πηνίου για σασμάν
  8. (φρ.) «έχω (κάποια) κορόνα στο κεφάλι μου», δηλ. τιμώ και σέβομαι τη σύζυγο, «παίζω τη ζωή μου κορόνα γράμματα», διακινδυνεύω για κάτι που θεωρώ σημαντικό, «κορόνα ή γράμματα», παιχνίδι με κάποιο κέρμα.

Ετυμολογία

(αντιδάνειο) λατιν. corona [= στεφάνι] < αρχ. κορώνη, δωρ. τ. κορώνα [= 1. καλιακούδα ή θαλάσσιο κοράκι, 2. κόρακας, 3. χερούλι πόρτας, 2. άκρο τόξου, στο οποίο δένεται η χορδή, L&Sc.].

Παράγωγα

κορονάτος, κορονιάζω.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κορόνα και κορώνα», σ. 450. https://navalhistory.gr/lexiko/κορονα-και-κορωνα/