κορόνα
Και: κορώνα
η, ουσ.

- κόσμημα της κεφαλής, συνών. στέμμα [βασιλικό]
- (ιστορ.) α) εθνόσημο, β) διακριτικό στις επωμίδες των ανώτερων αξιωματικών στα χρόνια της βασιλείας
- (νομίσμ.) νόμισμα διαφόρων ευρωπαϊκών κρατών που όφειλε την ονομασία του στο στέμμα που απεικόνιζε
- προστατευτική θήκη δοντιού
- (μτφ.) α) εξουσία, β) τα μεγάλα λόγια, μεγαλοστομία
- (μουσ.) χρονική επιμήκυνση της φωνητικής έντασης
- (τεχνολ.) τμήμα πηνίου για σασμάν
- (φρ.) «έχω (κάποια) κορόνα στο κεφάλι μου», δηλ. τιμώ και σέβομαι τη σύζυγο, «παίζω τη ζωή μου κορόνα γράμματα», διακινδυνεύω για κάτι που θεωρώ σημαντικό, «κορόνα ή γράμματα», παιχνίδι με κάποιο κέρμα.
Ετυμολογία
(αντιδάνειο) λατιν. corona [= στεφάνι] < αρχ. κορώνη, δωρ. τ. κορώνα [= 1. καλιακούδα ή θαλάσσιο κοράκι, 2. κόρακας, 3. χερούλι πόρτας, 2. άκρο τόξου, στο οποίο δένεται η χορδή, L&Sc.].
Παράγωγα
κορονάτος, κορονιάζω.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κορόνα και κορώνα», σ. 450. https://navalhistory.gr/lexiko/κορονα-και-κορωνα/