κοραλλένιος
-ια, -ιο, επίθ.
- αυτός που είναι φτιαγμένος από θαλασσινά κοράλλια
- αυτός που έχει το ίδιο χρώμα με το κοράλλι.
Ετυμολογία
< μσν. κοραλλένιος.
Παράγωγα
κοράλλινος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κοραλλένιος», σ. 448. https://navalhistory.gr/lexiko/κοραλλενιοσ/