κέρδος
το, ουσ.
- (οικον.) η διαφορά ως ωφέλεια που προκύπτει μεταξύ της τιμής πώλησης και της τιμής αγοράς, συνών. αβάντα, απολαβή, καζάντι, ωφέλημα, αντών. χασούρα, ζημιά, απώλεια
- κάθε ηθικό ή υλικό συμφέρον
- κάθε χρήσιμο γεγονός, εμπειρία κ.λπ.
Ετυμολογία
< αρχ. κέρδος.
Σύνθετα
κερδοσκοπία, κερδοσκοπικός, κερδοσκόπος, κερδοσκοπώ, κερδοφορία, κερδοφόρος.
Συνώνυμα στο λεξικό
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κέρδος», σ. 428. https://navalhistory.gr/lexiko/κερδοσ/