navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κέρδος

κέρδος

το, ουσ.

  1. (οικον.) η διαφορά ως ωφέλεια που προκύπτει μεταξύ της τιμής πώλησης και της τιμής αγοράς, συνών. αβάντα, απολαβή, καζάντι, ωφέλημα, αντών. χασούρα, ζημιά, απώλεια
  2. κάθε ηθικό ή υλικό συμφέρον
  3. κάθε χρήσιμο γεγονός, εμπειρία κ.λπ.

Ετυμολογία

< αρχ. κέρδος.

Σύνθετα

κερδοσκοπία, κερδοσκοπικός, κερδοσκόπος, κερδοσκοπώ, κερδοφορία, κερδοφόρος.

Συνώνυμα στο λεξικό

Αντώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κέρδος», σ. 428. https://navalhistory.gr/lexiko/κερδοσ/