navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κλητεύω

κλητεύω

ρ. [μετβ]

(νομ.) κοινοποιώ, σε μάρτυρα ή διάδικο, δικαστική εντολή για εμφάνιση και κατάθεση σε δικαστήριο.

Ετυμολογία

< αρχ. κλητεύω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κλητεύω», σ. 435. https://navalhistory.gr/lexiko/κλητευω/