κουπί
το, ουσ.
1. μακρύ ξύλο με πεπλατυσμένο [= πλατύ και επίπεδο] το ένα άκρο και στρογγυλεμένο το άλλο έτσι ώστε να λειτουργεί ως λαβή, για να προωθείται η βάρκα μέσα στο νερό.
Ετυμολογία
< μσν. κουπί(ν) < κουπίον < αρχ. κωπίον, υποκορ. του κώπη.
Παράγωγα
κουπάς [= ο κωπηλάτης, ερέτης, λαμνοκόπος], κουπιά [= το τράβηγμα του κουπιού].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κουπί», σ. 454. https://navalhistory.gr/lexiko/κουπι/