κατοπτεύω
ρ. [αμετβ.]
- παρατηρώ, ατενίζω, ελέγχω την περιοχή που με ενδιαφέρει
- κατασκοπεύω, ανιχνεύω.
Ετυμολογία
< κατ(ά) + [αρχ.] ὀπτεύω [= βλέπω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κατοπτεύω», σ. 422. https://navalhistory.gr/lexiko/κατοπτευω/