navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κατοπτεύω

κατοπτεύω

ρ. [αμετβ.]

  1. παρατηρώ, ατενίζω, ελέγχω την περιοχή που με ενδιαφέρει
  2. κατασκοπεύω, ανιχνεύω.

Ετυμολογία

< κατ(ά) + [αρχ.] ὀπτεύω [= βλέπω].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κατοπτεύω», σ. 422. https://navalhistory.gr/lexiko/κατοπτευω/