καυσαέριο
το, ουσ.
αέριο προερχόμενο από την καύση υδρογονανθράκων διαφόρων τύπων μηχανών.
Ετυμολογία
< καύσ(ις) + αέριο(ν).
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καυσαέριο», σ. 424. https://navalhistory.gr/lexiko/καυσαεριο/