navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › καράτι

καράτι

το, ουσ.

  1. (φυσ.) α) μονάδα μέτρησης της καθαρότητας του χρυσού, β) μονάδα βάρους για πολύτιμες πέτρες που ισούται με το 1/5 του γραμμαρίου
  2. (μτφ.) α) ποιότητα, β) χαρακτηρισμός ατόμου που φανερώνει το στοιχείο της τιμιότητας και ηθικότητας, που διέπει τον χαρακτήρα του.

Ετυμολογία

(αντιδάνειο) < αγγλ. carat, ή ιταλ. carat(o) < μσν. λατιν. caratus < (ίσως) αραβ. qirat, 1/24 του dinar, [= μονάδα βάρους] < αρχ. κεράτιον [= κουκούτσι χαρουπιού που το χρησιμοποιούσαν σαν μονάδα βάρους].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καράτι», σ. 407. https://navalhistory.gr/lexiko/καρατι/