καθυστερώ
ρ. [μετβ.]
φτάνω στον προορισμό μου πιο αργά από ότι προγραμμάτιζα, πολύ αργότερα από την ώρα του ραντεβού μου, αργοπορώ, υστερώ.
Ετυμολογία
< μτγν. καθυστερῶ.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καθυστερώ», σ. 387. https://navalhistory.gr/lexiko/καθυστερω/